Displaying: 1-20 of 129 documents

0.166 sec

1. Philotheos: Volume > 17
Bogoljub Šijaković Κριτική του βαλκανιστικού λόγου: Συμβολή στη φαινομε-νολογία της «ετερότητος» της Βαλκανικής
Bookmark and Share
2. Philotheos: Volume > 2
Κωνστάντινος Νικολακόπουλος Βυξαντινή μουσική
Bookmark and Share
3. Philotheos: Volume > 5
Maksim Vasiljević Θεὸς ὑπερβατικός – Θεὸς τῆς κοινωνίας. Μιὰ συμβολὴ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητὴ στὴν ἔννοια τῆς κοινωνίας .
Bookmark and Share
4. Philotheos: Volume > 5
Dražen N. Perić Ὁ «ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο
abstract | view |  rights & permissions
Saint Gregory understood the mind of man as the most essentially human element of the human composit. It is that spiritual, intelligible element of human nature which is brought into being in the image of God. The image of God in man refers to human nature, but the image of God in whom man is created refers to the Person of the divine Logos. The mind is way in that expresses freedom of human nature. Free will of man or freedom (as possession of self) belongs to human nature, to man’s character as a being created in the image of God. In last analysis the mind according to Saint Gregory constitutes way of manifestation human freedom. The mind as image of God in man has not worth its self. The most important role of mind is knowledge of God. Man is made to exist from the very beginning as a creature in the image of God, so that the fundamental principle of his being is completed only in communion with God. For Gregory this in turn revels man’s nature and destiny to be in loving communion with the Holy Trinity through the ecstatic, transcending movement of the self into the personal, divine life of God. It is the knowledge of God in loving communion with him, God becoming man without ceasing to be God, so that man can become God without ceasing to be man. It is very significant that according to Saint Gregory the Theologian knowledge of God and communion or participation in God are bound together. More than that, knowledge of God and communion with God are explicitly considered as identical.
Bookmark and Share
5. Philotheos: Volume > 6
Boris B. Brajović Ο Διάδοχος Φωτικής και η θεωρία περί της αρετής
abstract | view |  rights & permissions
In the virtue ethics of Diadochus Photice, the notion of self-rule (αὐτεξούσιον) is of paramount importance for the creative progress in one’s moral perfection. With the proper use of self-rule man can escape sin and turn himself to love. In addition, Diadochus also uses the notion of apatheia (ἀπάθεια) to indicate the way for a successful cleansing (κάθαρσις) of the soul, so that with this cleansing man can grasp the logoi (λόγοι) of beings. According to Diadochus Photice, virtue ethics must not be conceived in an anthropocentric way, but in a theocentric one, and so virtue does not depend only on the ethical achievements of man, but on divine grace and on the personal relation of man to God.
Bookmark and Share
6. Philotheos: Volume > 7
Βασίλειος Ἀθ. Τσίγκος Ἡ θέση τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων καί τοῦ “πατριάρχου τῆς Δύσεως” στήν Καθολική Ἐκκλησία καί ἡ ἐκκλησιολογία τῆς “κοινωνίας”στήν ἐπιστολογραφία τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου
abstract | view |  rights & permissions
In the first part of this study we deal with the relation of Saint Τheodore the Studite to the cities of Thessaloniki and Jerusalem. Having as our main source his massive epistolography, we discuss his views on the place of the patriarch of Jerusalem Thomas and the pope of Rome in the Church. Thomas is the “first” (primus) within the “pentarchy” of the patriarchs, in the so called “five-headed body of the Church” (πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα), where the pope belongs as well. According to Theodore all the patriarchs are “equal”, in the “pentarchy”, the ecclesiological form of the Church’s life of the first millenium. Among them the pope is the first in “order and honour” for being the leader of the “Romaic Church”, “the patriarch of the West”. This title is the traditional one among others, which the pope uses ever since. However, its recent omission from the last edition (2006) of the “Annuario Pontificio”, puts more obstacles to the constant efforts for mutual understanding and sincere and fruitful theological dialogue between the Orthodox and the Roman-Catholic Church. The second part of the study is related to the ecclesiology of “communion” and we make some comments on this central principle of theology. The concept of “communion” should apply to all the ecclesial institutions and it could greatly contribute, in a very positive and constructive way, to the discussions of the problem about the office of “primus” and the way of exercising it in the Catholic Church, with specific reference to the “primacy” of bishop of Rome, in terms of the ecumenical movement and the ecclesial rapprochement. The concept of “communion” may even place the stumbling block of the ecclesial unity, i.e. the “office” of the pope, in the traditional framework, which is the paradigm of the “pentarchy of the patriarchs”. In other words, the way of Church’s life during the first ten centuries. In the last section we briefly discuss the rebeginning of the second phase of the Official Theological Dialogue between the Roman-Catholic and the Orthodox Church (Belgrade 18-25 September 2006), the official visit of pope Benedict 16th to Constantinople (30 November 2006) and the official visit of archbishop of Athens and all Greece Christodoulos to Rome (14 December 2006). These very important events it is hoped that will push forward the essential progress of this dialogue, which some time in the future may lead the two Churches to the full “communion” of faith and sacramental life.
Bookmark and Share
7. Philotheos: Volume > 8
Βασίλειος Ἀθ. Τσίγκος Οἱ θεολογικές προϋποθέσεις τῆς περί Θεοῦ διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Bookmark and Share
8. Philotheos: Volume > 8
Σπυριδούλα Αθανασοπούλου-Κυπρίου Η μελέτη των πατερικών πηγών ως ευκαιρία προσέγγισης ανατολής και δύσης: η περίπτωση της τριαδολογίας
Bookmark and Share
9. Philotheos: Volume > 1
Θεόφιλος Ἀμπατζίδης Χρόvος καὶ αἰωvιότητα στὸν Γρηγόριο Νύσσης
Bookmark and Share
10. Philotheos: Volume > 11
Porfirije Perić Ἡ ἀγάπη ὡς σύνδεσμος γινώσκοντος καὶ γινωσκομένου
Bookmark and Share
11. Philotheos: Volume > 11
Βασίλειος Ἀθ. Τσίγκος Οἱ φανερώσεις τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί τήν ἱστορία: πηγή θεογνωσίας κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ
Bookmark and Share
12. Philotheos: Volume > 13
Katelis Viglas Τα Σημειωματάρια του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Από το Νεοπλατωνισμό στη Φυσιοκρατία
abstract | view |  rights & permissions
Leonardo Da Vinci’s Notebooks. From Neo-Platonism to Physicalism. The epistemological thinking of Leonardo Da Vinci does not continue the tradition of Neo-Platonic thought, but surpasses it in order to abandon it. Generally, it comes to a rupture with the authorities of Antiquity and the Middle Ages. But, on close reading of the Notebooks of Da Vinci, some structural and morphological parallels with the Neo-Platonic principles and ideas become apparent, which the Renaissance man converted to laws of nature. The presence of these correspondences indicates the existence of a transition phase, when the new way of thinking progressively replaces the previous one. The physicalistic view of reality is gaining ground as the metaphysics was replaced by the study of the sensible world as an autonomous reality.Ο επιστημονικός τρόπος σκέψης του Λεονάρντο Ντα Βίντσι δεν συνεχίζει τη Νεοπλατωνική παράδοση σκέψης αλλά την υπερβαίνει για να την εγκαταλείψει. Γενικά, έρχεται σε ρήξη προς τις αυθεντίες της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Ωστόσο, κατά την ανάγνωση των Σημειωματάριων του είναι εμφανείς δομικές και μορφολογικές αντιστοιχίες με ορισμένες Νεοπλατωνικές αρχές και ιδέες, οι οποίες έχουν πλέον μεταμορφωθεί σε φυσικούς νόμους. Η παρουσία αυτών των αντιστοιχιών υποδηλώνει την ύπαρξη ενός σταδίου μετάβασης, όταν ο νέος τρόπος σκέψης υποκαθιστά ολοένα και περισσότερο τον προηγούμενο. Η φυσιοκρατική αντίληψη για την πραγματικότητα κερδίζει έδαφος, καθώς η μεταφυσική υποκαθίσταται από την αντιμετώπιση του αισθητού κόσμου ως αυτόνομη πραγματικότητα.
Bookmark and Share
13. Philosophical Inquiry: Volume > 40 > Issue: 3/4
Raphael Demos Αί Θεμελιώδεις Ἔννοιαι τῆς Μεταφυσικῆς τοῦ Πλάτωνος
Bookmark and Share
14. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Αγνή Παπαδοπούλου Οπτική εκπαίδευση υπό το πρίσμα των νευροβιολογικών λειτουργιών: Επανεξετάζοντας το ζήτημα της αισθητηριακής αντίληψης και της επενέργειας του νου κατά τον Αριστοτέλη
abstract | view |  rights & permissions
Η συγκεκριμένη εκπαιδευτική έρευνα δράσης πραγματοποιήθηκε σε δομές μη τυπικής εκπαίδευσης (ΣΔΕ) και στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (TEI Δυτικής Μακεδονίας) με στόχο την προαγωγή ενός νέου παιδευτικού μοντέλου εντοπισμού αμιγώς οπτικών φορμών και ανάπτυξης ισχυρής πλαστικής σκέψης. Το εφαλτήριο τoυ συγκεκριμένου project είναι η Αριστοτελική σκέψη. Αναλύθηκαν χωρία ή παραθέματα από τα έργα του Αριστοτέλη θέτοντας ερωτήματα που αφορούν τις λειτουργίες της αίσθησης, της μνήμης, της φαντασίας, του νου. Υιοθετείται η άποψη του Αριστοτέλη ότι το βίωμα της προσωπικής εμπλοκής προκαλεί μία ιδιοποίηση της αλήθειας και η διάκριση των δύο μορφών του νου (παθητικός νους και ποιητικός νους) είναι συνώνυμη της διάκρισης μεταξύ βιολογικής λειτουργίας (εγκέφαλος) και ενεργητικής λειτουργίας της σκέψης (εννοιακά εξερχόμενα). Tο αισθησιοκρατικό μοντέλο θεμελιώνεται τόσο νευροφυσιολογικά όσο και κοινωνιολογικά. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, σε έναν κόσμο παραγόμενο από προσομοιώσεις, η τέχνη της όρασης πρέπει να προσεγγίζεται αισθητικά και όχι αφηγηματικά, αποβλέποντας στην όξυνση των αισθησιοκρατικών δυνατοτήτων των εκπαιδευόμενων, καθώς επιχειρείται επίσης καλύτερη διαχείριση του οπτικού υλικού. Η οπτική εκπαίδευση επιδιώκει να αποκαθάρει γνωσιακούς τομείς από επενδύσεις με τρέχουσες ιδεολογίες, με πολιτισμικές προκαταλήψεις, με επιβιωτικές πρακτικές και στοχεύει στην αντικειμενικότητα, στην καθαρότητα και στη φυσιολογική αναγκαιότητα.
Bookmark and Share
15. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 59
Regina Argyraki, Ilias Koromilas Όταν οι νευροεπιστήμες συναντούν τη φιλοσοφία: (κρύβουν ένα πρόβλημα κάτω από το χαλί)
abstract | view |  rights & permissions
Οι σκοποί αυτού του άρθρου (που αποτελεί έρευνα εν εξελίξει) είναι δύο: α) Να προκρίνει ένα αισθησιοκρατικό μοντέλο εκπαίδευσης που να βασίζεται σε νευροεπιστημονικά δεδομένα, έναντι ενός παρωχημένου εννοιοκρατικού που βασίζεται στη φιλοσοφία της γλώσσας. Ο βασικός λόγος είναι το γεγονός ότι παρατηρείται διάσταση μεταξύ της εκτεταμένης χρήσης των εννοιοκρατικών κυρίαρχων εξισορροπήσεων που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση, ενώ το zeitgeist του εικοστού αιώνα περιγράφεται ως Εποχή των Εικόνων και καθώς ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται ήδη ως Οπτικός. Επομένως, οι εκπαιδευόμενοι (μέλη διαφορετικών πολιτισμικών υποομάδων) πρέπει να αντιμετωπίσουν μιαν εσωτερική αντίφαση στο μεταμοντέρνο περιβάλλον των μεγα-αστικών υποδοχέων στους οποίους συνωθούνται: είναι καθημερινά δέκτες από ένα τεράστιο κύμα ανιεράρχητης οπτικής πληροφορίας από κάθε είδους δίαυλο επικοινωνίας, δίχως όμως να είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι έτσι, ώστε να είναι σε θέση να την κατηγοριοποιήσουν, να την ταξινομήσουν και να την εκτιμήσουν. Κυρίως όμως, δεν μπορούν να διαχειριστούν την ανάδυση της συνείδησης, του μόνου νοητικού φαινομένου πρώτης τάξης και του κατ’ εξοχήν που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο βιολογικό είδος. β) Να καταδείξει την ανάγκη νευροεπιστημονικού προσδιορισμού της συνείδησης και τις πιθανές του κατευθύνσεις, καθώς οι απόπειρες εξαφάνισης του όρου από τα νευροεπιστημονικά δεδομένα, κατέληξαν εντελώς ανεπιτυχείς και αδέξιες.
Bookmark and Share
16. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Κλείτος Ιωαννίδης Πλατωνική Πατερική διανόηση (Νύσσης Γρηγόριος)
abstract | view |  rights & permissions
Όταν καταπιάστηκαν οι χριστιανοί συγγραφείς με τη λογική οικοδομή της πίστης, γρήγορα κατάλαβαν το χρέος τους να απομακρύνουν από το έργο τους κάθε υποκειμενισμό, να συλλάβουν τη θρησκευτική ουσία με κάθε δυνατή αντικειμενικότητα. Γι’ αυτό το λόγο προσέφυγαν στην Ελληνική σκέψη που διέθετε για αυτό της το έργο όχι μόνο άφθονο υλικό, αλλά και τις επιστημονικές μεθόδους, τα όπλα της λογικής. Η ύψιστη αυτή ανάγκη των Πατέρων τους οδήγησε στον Πλατωνισμό, δηλαδή στη μελέτη των έργων του Πλάτωνος και των Νεοπλατωνικών, όπως του Πλωτίνου, του Πορφύριου και του Πρόκλου, χωρίς φυσικά να αγνοήσουν τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς και άλλους σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής σκέψης. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της γόνιμης συνάντησης της χριστιανικής με την ελληνική σκέψη. Και δεν είναι τυχαίο που ο Κλήμης Αλεξανδρείας θεωρεί ότι υπάρχουν στην Εκκλησία δύο Παλαιαί Διαθήκαι, η των Ελλήνων και η των Εβραίων, και οι δύο παιδαγωγοί εις Χριστόν. Και ο Ιουστίνος ο μάρτυς ο φιλόσοφος, μαθητής του αρχαίου λόγου και της θύραθεν σοφίας, θεωρεί ότι όσα είναι καλώς ειρημένα ανήκουν στους χριστιανούς. Καταφεύγοντας σ’ έναν Πλατωνικό φιλόσοφο λέγει: «εφοιτούσα, όσο πιο συχνά μπορούσα κι έτσι έκαμα προόδους. Κάθε μέρα προχωρούσα όλο και περισσότερο. Η κατανόηση των ασωμάτων όντων με αιχμαλώτιζε σε ύψιστο βαθμό. Η θεωρία των ιδεών έδιδε φτερά στο πνεύμα μου, τόσο που μέσα σε λίγο καιρό πίστεψα πως είχα γίνει σοφός! Ήμουν μάλιστα αρκετά ανόητος, ώστε να ελπίζω ότι θα έβλεπα τον Θεό, γιατί αυτός είναι ο σκοπός της φιλοσοφίας του Πλάτωνος». Άλλωστε και ο Κλήμης Αλεξανδρείας και αυτός σπουδαστής ενδελεχής του αρχαίου λόγου, ομιλώντας για το θείο γνόφο, στον οποίο εισήλθε ο Μωυσής, ακολουθώντας την αλληγορική οδό της Αλεξανδρινής σχολής, θα μας πει ότι αντιστοιχεί με τις άρρητες και αειδείς ιδέες του όντος, γιατί ο Θεός βέβαια δεν βρίσκεται εν σκότει ή εν τόπω, αλλά πέρα από τον τόπο και από τον χρόνο και από την ποιότητα των όντων. Οι άρρητες και αειδείς ιδέες είναι Πλατωνική ανακάλυψη και Πλατωνική φιλοσοφική διατύπωση. Έτσι ο ελληνισμός δεν πέθανε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, έστω και αν ο φανατισμός δολοφόνησε, κατακρεουργώντας την πανέμορφη φιλόσοφο και μαθηματικό Υπατία στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε κάποια μορφή ελληνισμού, αφού επέτρεψε την αφομοίωσή του από τα καινούργια πνευματικά ρεύματα, τα οποία εξελλήνισε και γονιμοποίησε δημιουργικά στη συνέχεια, παραμένοντας σωστός και ακέραιος πνευματικά έναντι του πνεύματος του ανθρώπου και του συνειδητού εαυτού του. Ο ελληνισμός, ως λόγος και ως σκέψη, απορροφημένος από τους Έλληνες Πατέρες, οι οποίοι σπουδάζουν στην Αθήνα (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός), στην Αντιόχεια (Ιωάννης Χρυσόστομος), στην Αλεξάνδρεια (Κλήμης, Ωριγένης, Μ. Αθανάσιος κ.ά.) από τον Β΄ κιόλας αιώνα συντηρείται με τα πιο έντονα στοιχεία του εντός του χριστιανισμού (μέθοδος διαλεκτική, θεωρία, ενατένιση, απομάκρυνση από τα αισθητά, λόγος και έκσταση), αλλά και με την αλληγορική μέθοδο (σπήλαιον της Πολιτείας του Πλάτωνος, υπερουράνιος τόπος και υπερουράνια κίνηση, Φαίδρος, πνευματική γεωγραφία Φαίδωνος, δημιουργός του Τιμαίου, Αριστοτέλης, Στωικοί, Πλωτίνος και νεοπλατωνισμός, Ιάμβλιχος και μυστήρια (θεουργία) και άλλα πολλά, όπως Βάκχαι Ευριπίδου (πρβλ. π. Festugiere, Jean Danielou, Nock, Β. Ν. Τατάκη). Η ελληνική σκέψη, με τους εκλεκτούς εκπροσώπους της και επικεφαλής τον Πλάτωνα ασκεί και προπαρασκευάζει τον χριστιανό υποψήφιο προς την αλήθεια. Έτσι τα πολύτιμα σπέρματα των Εθνικών, όπως τα αποκαλούσε ο Ιουστίνος, συνταιριάζονται και εναρμονίζονται με την αποκάλυψη του Θεού που γίνεται εν Χριστώ Ιησού, και με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, όπως εμφανίζεται δυναμικά και πύρινα στο ιερό υπερώο των Ιεροσολύμων την άγια ημέρα της Πεντηκοστής. Φυσικά, φώτα ελληνικά αποτελούν την έναρξη της οδού προς την Αλήθεια και την ολοκλήρωση αυτού του δύσκολου και σταυρικού δρόμου προς τη θεία Αποκάλυψη. Με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού και με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος, ως δύναμης εξ ύψους, μπορεί ο αγωνιστής χριστιανός να σωθεί και από την Σωκρατική αυτογνωσία (ο άσωτος υιός ήλθε εις εαυτόν και αναστάς επέστρεψε προς τον Πατέρα, οδηγήθηκε προς τη θεογνωσία και το μυστήριο του Θεού). Οδύσσεια και η μία οδός, Οδύσσεια και η άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις ο πιστός χρειάζεται το φως του Ευαγγελίου και τη θεία χάρη.
Bookmark and Share
17. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Jan Zozulak Η επιρροή της βυζαντινής σκέψης στο σχηματισμό της πολιτιστικής ταυτότητας των Σλάβων στη Μεγάλη Μοραβία
abstract | view |  rights & permissions
Η πρώτη επαφή της βυζαντινής φιλοσοφίας με την περιοχή της Μεγάλης Μοραβίας σχετίζεται με τη χριστιανική ιεραποστολή των αδελφών Κωνσταντίνο Φιλόσοφο και Μεθόδιο. Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους Σλάβους, ο Κωνσταντίνος επινόησε το γλαγολιτικό αλφάβητο. Έτσι βοήθησε τους Σλάβους να αναπτύξουν τον πολιτισμό και τη φιλοσοφία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων. Φαίνεται ότι στην αρχή της φιλοσοφικής σκέψης των Σλάβων βρίσκεται ο ορισμός της φιλοσοφίας του Κωνσταντίνου Φιλοσόφου. Ο σχηματισμός της φιλοσοφικής σκέψης του Κωνσταντίνου βασίζεται στη χριστιανοθεολογική παράδοση. Με το έργο του αναπτύσσονται οι σκέψεις της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινοχριστιανικής φιλοσοφίας στη Μεγάλη Μοραβία. Το ζήτημα της επιρροής της βυζαντινής φιλοσοφίας στην ανάπτυξη του πολιτισμού των Σλάβων χρειάζεται βαθιά εξερεύνηση, επειδή ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος δεν περιορίστηκαν μόνο στη μετάδοση της χριστιανικής πίστης, αλλά φρόντισαν να τη μεταλαμπαδεύσουν στους σλαβικούς λαούς και στο βυζαντινό πολιτισμό. Οι Σλαβικοί λαοί εξαιτίας της επαφής τους με τη βυζαντινή παράδοση με την οποία ανατράφηκαν, κατόρθωσαν να αποκτήσουν την εθνική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Από το 2001 στη Σλοβακία ξεκίνησε μία προσπάθεια για την έρευνα της βυζαντινής φιλοσοφίας στο πλαίσιο των σχέσεων του βυζαντινού πολιτισμού και της σημερινής ευρωπαϊκής σκέψης.
Bookmark and Share
18. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Ηλίας Τεμπέλης «Ὁ διάλογος κόσμος ἐστὶν καὶ ὁ κόσμος διάλογος»: Η πρώιμη βυζαντινή θεωρία της αντιστοιχίας μεταξύ πλατωνικών διαλόγων και κοσμικής πραγματικότητας
abstract | view |  rights & permissions
Στη Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 6ου αιώνα ο ανώνυμος Χριστιανός (αμφίβολο) συγγραφέας των Προλεγομένων τῆς Πλάτωνος φιλοσοφίας προχώρησε σε μία μάλλον ολοκληρωμένη καταγραφή της θεωρίας περί της αμοιβαίας αντιστοιχίας μεταξύ των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων και των στοιχείων και αιτίων κάθε κοσμικής πραγματικότητας. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία ο σχολιαστής κάθε πλατωνικού διαλόγου πρέπει να στρέφει την προσοχή του στην αντιστοιχία των στοιχείων του (πρόσωπα - χρόνος και τόπος, χαρακτήρ, τρόπος τῆς συνουσίας, ἀποδείξεις, πρόβλημα και ἀγαθόν) τόσο προς τα έξι στοιχεία του σύμπαντος (ὕλη, εἶδος, φύσις, ψυχή, νοῦς και θεός), όσο και προς τα έξι αί-τια κάθε κοσμικής πραγματικότητας (ὑλικόν, εἰδικόν, ποιητικόν, ὀργανικόν, παραδειγματικόν και τελικόν). Ως προς αυτήν τη θεωρία, ο ανώνυμος συγγρα-φέας των Προλεγομένων στηρίζεται σε κάποιον βαθμό σε σχόλια του Πρόκλου σε πλατωνικούς διαλόγους. Έτσι η θεωρία είναι τυπικά νεοπλατωνική, αφού βασίζεται στην αναλογία και την οντολογική ιεραρχία. Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί και ως παιδαγωγική στρατηγική, η οποία επέτρεπε στα μέλη της Σχολής της Αλεξάνδρειας αρχικά να κατανοούν τις αναλογίες των στοιχείων των πλατωνικών διαλόγων προς τα στοιχεία και τα αίτια του υλικού και του μεταφυσικού κόσμου και, πιο σημαντικό, να αντιλαμβάνονται την πλατωνική διδασκαλία.
Bookmark and Share
19. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 6
Στυλιανή Ν. Καργιώτη Αυτοκαθορισμός και πρόνοια: Αναφορά στο Δαμασκηνό και στο Βοήθιο
abstract | view |  rights & permissions
Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζη μέσα στο πλέγμα μιας ψευδούς συνείδησης. Επειδή ο κόσμος είναι πολύπλοκος, η πιο λογική θέση είναι να παραδεχτούμε ότι εντός του ανθρώπου υπάρχουν περισσότερα από ένα στρώματα διαθέσεων, εστίες στοχασμών και κέντρα αποφάσεων. Όταν ενεργοποιείται το ένα, τα άλλα δεν αχρηστεύονται, αλλά βρίσκονται παροπλισμένα σε λανθάνουσα κατάσταση και περιμένουν την ώρα τους. Όμως ο άνθρωπος αποτελείται και από τα ενεργά και από τα λανθάνοντα αυτά στοιχεία που δεν έχουν ακόμα ενεργοποιηθεί ή δεν πρόκειται ποτέ να ενεργοποιηθούν. Έτσι ο άνθρωπος που πλανάται απομακρύνεται από το Θεό και αγνοεί την τάξη του κόσμου. Εξαιτίας αυτής της άγνοιας καταφεύγει αβίαστα σε λανθασμένες ερμηνείες των συμβαινόντων. Η παρούσα ανακοίνωση χρησιμοποιεί περιορισμένα τις θέσεις του Δαμασκηνού και του Βοηθίου ως «επίβασιν» - για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα - προκειμένου να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας προβληματικής για τον αυτοκαθορισμό και την πρόνοια. Ειδικότερα, θα υποστηριχτεί ότι οι πράξεις του ανθρώπου κυβερνώνται αφ’ εαυτών και δεν εξαρτώνται από έναν κατευθυντήριο μοχλό της τύχης, δηλαδή από μια αλυσίδα αιτίων ακούσιων ή απροσδόκητων. Εν συνεχεία θα εξετασθεί η σχέση Θεού και πρόνοιας, όπου θα δειχτεί πως ο παντογνώστης Θεός, ως το ύψιστο αγαθό, εσωκλείει την αγάπη και απεμπολεί το κακό, χωρίς να αίρει την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης.
Bookmark and Share
20. Proceedings of the XXIII World Congress of Philosophy: Volume > 61
Σοφία Σιμιτζή Η φιλοσοφική θεματοποίηση του μυστικισμού στον William James
abstract | view |  rights & permissions
Στο πλαίσιο του δαρβινισμού του 19ου αιώνα ο W. James φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από μια βιολογική προσέγγιση. Η τελεολογική αντίληψη του James για το νου και η υπεροχή που αποδίδει στη δράση κάνει την εμφάνισή της, περιορίζοντας τη σημασία των πνευματικών αναζητήσεων. Έτσι φαίνεται να παρουσιάζει την ανθρωπότητα ιδιαίτερα κινητοποιημένη από την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και των πρακτικών στόχων. Ο ριζοσπαστικός του εμπειρισμός αποτελεί μια προσπάθεια να αναλυθεί η φύση της πραγματικότητας σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, το οποίο θα αποκαλύπτει τη σημασία της γνήσιας εμπειρίας. Πρόθεσή του δεν είναι να αγνοήσει τις ρεαλιστικές πραγματικότητες της κοινής λογικής που περιγράφονται στη συνήθη γλώσσα, αλλά να διαφωτίσει τη σκοτεινή πλευρά τους και να τοποθετήσει αυτές στο πλαίσιο μιας οντολογικής θεωρίας. Εν ολίγοις ο,τιδήποτε πραγματικό πρέπει κατά κάποιον τρόπο να βιωθεί και ό,τι βιώνεται πρέπει με κάποιον τρόπο να είναι πραγματικό. Σύμφωνα με τη θεωρία περί του πεδίου του James, οι μυστικιστικές εμπειρίες είναι αποτέλεσμα των φυσικών και των υπερφυσικών σχέσεων. Όχι μόνο δεν μας παρουσιάζουν «υποβλητικές» πληροφορίες για τη δομή της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά μας παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την υποτιθέμενη ύπαρξη της αοράτου τάξης του εαυτού μας και της πραγματικότητας, έχοντας ως θεμελιώδη ουσία τη ροή της εμπειρίας και το ρεύμα αυτής της σκέψης. Αντλώντας από τη συγγραφή των μυστικιστών, ο James χαρακτηρίζει τη μυστικιστική εμπειρία ως άρρητη, ως μια νοερή ποιότητα και ως παροδική και παθητική, η οποία μπορεί και πρέπει να περιορίζει τη δεδομένη νατουραλιστική μας αντίληψη για όλα τα πράγματα.
Bookmark and Share